Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ..ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΖΩΗΣ....(NTR)








" Το Άλογο και ο Σπουργίτης.. "

Ήταν χειμώνας, χιόνια σκέπαζαν τα βουνά και τους κάμπους· κάτασπρες ήταν οι στέγες των σπιτιών.
Tα σπουργίτια δεν έβρισκαν τροφή και πεινούσαν.
Ένα σπουργίτι πέταξε στο στάβλο ενός αλόγου.– Mου δίνεις την άδεια να φάω κι εγώ λίγους σπόρους; του λέει. 
Όλα γύρω τα σκέπασαν τα χιόνια. 
Δε βρίσκω να φάω και πεινώ το άμοιρο. Aν έβρισκα, δε θα ζητιάνευα.

Tο άλογο αποκρίθηκε με καλοσύνη:

– Έλα κοντά με θάρρος και φάε όσο θέλεις. Eίναι εδώ αρκετό κριθάρι και για μένα και για σένα.

Tο σπουργίτι πλησίασε, κι έτσι έτρωγαν μαζί, σαν αγαπημένοι φίλοι. Aφού χόρτασε, το σπουργίτι είπε:

– Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ. Mου έκανες μεγάλη χάρη και δε θα τη λησμονήσω. 

Kι ενώ πετούσε, έλεγε με το νου του:– H χάρη θέλει αντίχαρη. 

Mα τι μπορώ να κάμω, εγώ ο μικρός, στο μεγάλο και δυνατό άλογο;

Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη, κι ύστερα το καλοκαίρι. 

Πολύ μεγάλη ήταν η ζέστη.
 Πλήθος μύγες ήταν στο στάβλο και πείραζαν το άλογο και δεν το άφηναν να ησυχάσει.

 Tότε είπε ο σπουργίτης:– Nά ώρα, να κάμω κι εγώ κάτι στο καλό άλογο. 

Πέταξε μέσα στο στάβλο και κατάπινε τις μύγες.
Έτσι χόρταινε, μα και λευτέρωνε το φίλο του από τη μεγάλη ενόχληση.
 Tο άλογο χλιμίντριζε από ευχαρίστηση, σα να έλεγε στο σπουργίτη:

– Σ’ ευχαριστώ, αγαπητό μου σπουργιτάκι


**********************************************************************************






Ένα βράδυ ένας γέρος (ινδιάνος) της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. 

Είπε:
"Γιέ μου, η μάχη γίνεται μεταξύ δυο 'λύκων' που υπάρχουν μέσα σε όλους μας" 

Ο ένας είναι το Κακό. - Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονία,
η αυτολύπηση, η ενοχή,η προσβολή, η κατωτερότητα, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ. 

Ο άλλος είναι το Καλό. - Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη,
η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνοια, η γεναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία και η πίστη στο Θεό.' 

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του: 

"Ποιος λύκος νικάει;"
Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά ...............

"Αυτός που ταΐζεις."


*******************************************************************************




Μια πολύ όμορφη ιστορία...

Την ιστορία που θα σας διηγηθώ, μου την είπε ένα αηδόνι για δικούς του λόγους φυσικά, που δεν έκατσα να ρωτήσω.

Πριν πολλά πολλά χρόνια λοιπόν στην Ανατολή, βασίλευε ένας σπουδαίος αυτοκράτορας,έξυπνος όσο κάθε σοφός, μορφωμένος και ανίκητος στη μάχη.

Οι υπήκοοι του θα ήταν τυχεροί σε άλλες συνθήκες, όμως δυστυχώς, ο αυτοκράτορας ήταν καταραμένος...

Υπήρχαν πρωινά που ο μεγάλος άρχοντας ξυπνούσε γεμάτος χαρά και ευδαιμονία. 
Χάριζε τους φόρους στους πολίτες, ελευθέρωνε τους φυλακισμένους, έκανε συνθήκες ειρήνης και διοργάνωνε γιορτές που κρατούσαν μέχρι το πρωί.

Τα θησαυροφυλάκια όμως έτσι άδειαζαν, οι εγκληματίες αποθρασύνονταν, οι πολέμαρχοι λεηλατούσαν τα περίχωρα, και οι δουλειές ξέμειναν πίσω.

Κάποιες άλλες μέρες, ο αυτοκράτορας ξυπνούσε κακόκεφος.

Τότε καταργούσε τις γιορτές, και κλείδωνε το θησαυροφυλάκιο της χώρας. Κήρυττε πόλεμο στους γείτονες και στρατολογούσε άντρες και γυναίκες.

Εκτελούσε φυλακισμένους χωρίς δίκη, κακομιλούσε στην σύζυγο του. Η χώρα υπέφερε, και οι πολίτες επισης...

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για χρόνια και η χώρα, φύλλο στον άνεμο, έφτασε στο χείλος της καταστροφής.

Στο ενδιάμεσο των εξάρσεων, ο αυτοκράτορας παραπονιόταν για τις τρέλες του και παρακαλούσε τους σοφούς να του βρούνε μια λύση.

Και έτσι, οι λόγιοι και οι σοφοί της χώρας έβαλαν τα δυνατά τους για να λύσουν την κατάρα.

Αλχημιστές δοκίμασαν να ισορροπήσουν τα πέντε στοιχεία στο σώμα του, μοναχοί τον καθοδήγησαν να διαλογιστεί, μάγοι προσπάθησαν να διώξουν τα μοχθηρά πνεύματα.

Όλα δούλευαν για λίγο μόνο, και έπειτα από μερικές μέρες, ο αυτοκράτορας πάλι ξυπνούσε είτε κλαίγοντας είτε τραγουδώντας.

Κανείς δεν είχε τη λύση, μέχρι που κατέφθασε στην πόλη ένας άντρας με απλές μαύρες ρόμπες και ταπεινή όψη.

Οι φρουροί τον οδήγησαν μπροστά στον αυτοκράτορα που, τρέμοντας ο ίδιος το επόμενο του ξέσπασμα, είχε κλειστεί στην αίθουσα του θρόνου.

«Μεγάλε άρχοντα», είπε ο νεοφερμένος «σου έφερα ένα μαγικό δαχτυλίδι. Θα το βγάζεις πριν κοιμηθείς και θα το φοράς κάθε πρωί που θα ξυπνάς, και η κατάρα θα λυθεί».

Ο αυτοκράτορας πήρε το δαχτυλίδι, το κοίταξε και αμέσως χαμογέλασε.

Σηκώθηκε αμέσως από το θρόνο και ανακοίνωσε πως ήταν και πάλι ο άρχοντας της χώρας.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν,κυβέρνησε με φιλοψυχία, δικαιοσύνη και εγκράτεια,και η χώρα ευημέρησε στις καλές και τις κακές ημέρες.

Όταν ο βασιλιάς πέθανε, οι σοφοί του έβγαλαν το μαγικό δαχτυλίδι και το εξέτασαν.

Προς έκπληξη τους, δεν είχε καθόλου μαγεία επάνω του:ήταν ένα απλό σιδερένιο δαχτυλίδι, με μια μόνο επιγραφή στο εσωτερικό της.

Αυτή διάβαζε ο αυτοκράτορας, κάθε πρωί όταν άνοιγε τα μάτια του, και έπνιγε τις διαθέσεις της ημέρας.

Και τι έλεγε η επιγραφή; Ρώτησα το αηδόνι...

‹‹Έλεγε,......" Και αυτό θα περάσει»



*********************************************************************************






Μια φορά και έναν καιρό, εκεί ψηλά -ψηλά στον Ουρανό, όπου δεν υπάρχουν ούτε οι πίκρες, ούτε ο πόνος- πετούσαν, παίζοντας οι δύο Ψυχές.
Ας τις ονομάσουμε Μικρούλης και Μικρούλα.
Αυτές ήσαν ελεύθερες εκεί, ένιωθαν τόσο καλά και χαρούμενα, έπαιζαν μεταξύ τους, ακτινοβολώντας αντί της γήινης γλώσσας ένα τρυφερό-τρυφερό γαλανόλευκο φως.

- Σ' αγαπώ!- άφηνε την ακτίνα του Ουράνιου φωτός η μια Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την άλλη.
- Και γω σ' αγαπώ ακόμη πιο πολύ- άφηνε εις απάντηση την δική της ακτίνα του φωτός η άλλη Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την πρώτη.
- Εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
- Όχι, εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!

Έτσι χαίρονταν αυτές χωρίς τα βάσανα, έχοντας στην διάθεσή τους ολόκληρο το Σύμπαν, πετώντας στα ατελείωτα πέρατά του με τρομερή ταχύτητα, ακτινοβολώντας παντού το φως: Σ' αγαπώ!

Οι Άγγελοι του Ουρανού χαμογελούσαν και χαίρονταν γι' αυτές τις δυο Ψυχές, που έπαιζαν αμέριμνες και απολάμβαναν την αγάπη μεταξύ τους.
Μια φορά η Ψυχή, που την έλεγαν Μικρούλα κοίταξε προς τα κάτω και είδε τον πλανήτη Γη.

- Μικρούλη! Τι λες, δεν πάμε εκεί κάτω να δούμε πως είναι;

- Όχι, δεν χρειάζεται, Μικρούλα! Καλά είμαστε εδώ. Εκεί κάτω θα χαθούμε και δεν θα είμαστε μαζί.

- Μικρούλη! Θέλω να πάω εκεί κάτω να δω πως είναι. Θα με αφήσεις μόνη;

- Άκουσέ με, Μικρούλα! Θα μας ποτίσουν πριν την ενσάρκωση με το νερό την Λήθης και θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Έτσι θα μπλεκόμαστε με τον κάθε τυχόντα με την κρυφή ελπίδα να βρούμε στο πρόσωπό του ο ένας τον άλλον και στο τέλος θα απογοητευόμαστε και θα βασανιζόμαστε. Μπορεί να μην βρεθούμε ποτέ και να περάσουμε όλη την γήινη ζωή ψάχνοντας ο ένας τον άλλον. Καλύτερα ας μείνουμε εδώ, Μικρούλα!

- Μη φοβάσαι, Μικρούλη! Ακόμα κι' αν δεν βρεθούμε εκεί κάτω- πάλι θα γυρίσουμε εδώ και πάλι θα βρεθούμε. Θέλω να δω πως είναι εκεί κάτω! Έλα, πάμε, Μικρούλη!

- Εντάξει, αφού το θέλεις τόσο πολύ -απρόθυμα απάντησε ο Μικρούλης- θα έλθω μαζί σου εκεί κάτω, αλλά να θυμάσαι- θα περάσει πάρα πολύς καιρός ως που να ανταμωθούμε και αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.

- Δεν πειράζει! Έτσι θα μάθουμε να αγαπάμε και να εκτιμάμε ακόμη πιο πολύ ο ένας τον άλλον,- είπε η Μικρούλα.

Οι Ψυχές του Μικρούλη και της Μικρούλας ήλθαν στον Άγγελο της Ενσάρκωσης.

- Θέλουμε να πάμε κάτω στην Γη.
- Το σκεφτήκατε καλά αυτό;- τους ρώτησε ο Άγγελος.
- Ναι. Αποφασίσαμε να πάμε κάτω και να δούμε πως θα είναι εκεί τα πράγματα για μας.
- Εντάξει τότε, ετοιμαστείτε για την ενσάρκωση,- τους είπε ο Άγγελος.- Ποιος από σας θέλει να γεννηθεί πρώτος; Ποιος θα κατέβει πρώτος κάτω στην Γη;

Ο Μικρούλης και η Μικρούλα κοιταχτήκανε, κάνοντας ο ένας στον άλλον την βουβή ερώτηση-ποιος;

- Εγώ θα κατέβω πρώτος- είπε ο Μικρούλης- αλλά εσύ Μικρούλα μην αργήσεις πολύ να έλθεις, μην μ' αφήνεις για πολύ καιρό μόνο μου εκεί.
- Εντάξει- του είπε η Μικρούλα- μετά από σένα και γω θα κατέβω αμέσως. Πήγαινε τώρα.

Ο Μικρούλης, κοιτώντας για τελευταία φορά την Μικρούλα, που για πρώτη φορά θα την άφηνε μονάχη, πλησίασε στενοχωρημένος τον Άγγελο της Ενσάρκωσης.

- Πρέπει να πιεις όλο το νερό της Λήθης- του είπε ο Άγγελος- θα ξεχάσεις τα πάντα- ποιος είσαι στην πραγματικότητα, ποια είναι η Μικρούλα σου, δεν θα θυμάσαι τίποτε πια, αλλά μέσα σου θα διατηρηθεί εκείνο το θολό αίσθημα του κάτι που ήταν παλιά και μ' αυτό το αίσθημα εσύ θα προσανατολίζεσαι εκεί κάτω στην Γη. Και τώρα πιες το νερό της Λήθης!

Ο Μικρούλης έριξε για άλλη μια φορά το βλέμμα του στην Μικρούλα, ρωτώντας την βουβά- να το πιω;
Πιες! - το ίδιο βουβά με το βλέμμα της του απάντησε η Μικρούλα- και γω θα πιω μετά από σένα.

Ο Μικρούλης ήπιε όλο το νερό και αμέσως ξέχασε τα πάντα- ποιος είναι, ποια είναι η Μικρούλα έγινε τελείως διαφορετικός, δεν θυμόταν απολύτως τίποτε.
Τον έριξαν κάτω στην Γη στην κοιλιά μίας μάνας που του διάλεξαν οι Άγγελοι από πάνω.
Λίγο αργότερα τα ίδια έκαναν και στην Μικρούλα. Και αυτή ξέχασε τα πάντα.
Μόνο ένα θολό αίσθημα έμεινε και στους δυο- το σημάδι του παρελθόντος, - αυτή η ακατανόητη φωνή, που κάποια φορά ψιθύριζε, και κάποια φορά φώναζε μέσα τους:

- Όχι! Δεν είναι αυτός! Όχι, δεν είναι αυτή! Μα που βρίσκεται ο δικός μου, 

Θεέ μου;!
Που βρίσκεται η δική μου, Θεέ μου;! 


Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. 

Ο Μικρούλης και η Μικρούλα δεν κατάφεραν να βρεθούν, είχαν χαθεί μέσα στο ατελείωτο χείμαρρο της γήινης ζωής, συνάπτοντας σχέσεις με τους άλλους, με την τυφλή ελπίδα- μήπως τελικά είναι αυτός; Μήπως τελικά είναι αυτή;
Ο καθένας τους έχει κάνει την δική του οικογένεια και ανήκε πια οριστικά αλλού.
Είχαν χάσει την κάθε ελπίδα να βρει ο ένας τον άλλον στην Γη, απλά περίμεναν την ώρα της αντάμωσης στον Ουρανό για να πουν ο ένας στον άλλον τόσα πράγματα, που δεν χωράει ο νους....


Όμως οι Άγγελοι του Ουρανού αποφάσισαν να τους οργανώσουν την συνάντηση- και αυτοί τελικά συναντήθηκαν, αλλά όχι ελεύθεροι πια.



Τους άφησαν να δουν ο ένας τον άλλον μόνον από μακριά για να θυμηθούν εκείνα, που προ πολλού είχαν ξεχάσει μέσα στα βάσανα και τις δοκιμασίες της γήινης ζωής........


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου