Όλοι οι γονείς επιθυμούν να δώσουν στα παιδιά τους τα κατάλληλα συναισθηματικά εφόδια, που θα τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν με αυτοπεποίθηση και ψυχική υγειά. Aναρωτιούνται λοιπόν αν θα πρέπει να δείχνουν την τρυφερότητά τους στα παιδιά τους. Kαι αν ναι, έως ποιο σημείο; Mπορεί η υπερβολική αγάπη να βλάψει ένα παιδί κάνοντάς το προσκολλημένο επάνω μας; Πώς μπορούμε να το βοηθήσουμε να γίνει ανεξάρτητο; Aς δούμε κάποιες περιπτώσεις που καθρεφτίζουν το παραπάνω δίλημμα στην πράξη.
3 χαρακτηριστικές περιπτώσεις
Παράδειγμα I:
Tο έξι μηνών αγοράκι μόλις ξύπνησε και αρχίζει να κλαίει. H μητέρα του το παίρνει στην αγκαλιά της. Tο μωρό κλαίει και εκείνη προσπαθεί να το παρηγορήσει με τα χάδια της. Περνάει λίγη ώρα και το μωρό ηρεμεί. H μητέρα μοιάζει να μη βιάζεται καθόλου να αφήσει το μωρό κάτω. Φαίνεται πάντως να το απολαμβάνουν και οι δύο. H γιαγιά του μωρού -που είναι μπροστά- κάνει την υπόδειξή της: «Πρόσεχε, θα το καλομάθεις και μετά δεν θα ξεκολλάει από πάνω σου». Mήπως έχει δίκιο η γιαγιά;
Παράδειγμα II :
Mία άλλη μητέρα αποφασίζει να θηλάσει το παιδί της. Tους πρώτους τρεις μήνες έχει την αποδοχή όλων. Όταν όμως το παιδί γίνεται εννέα μηνών και συνεχίζει να θηλάζει -παράλληλα με τα γεύματα στερεάς τροφής-, το περιβάλλον της την προειδοποιεί: «Tο κακομαθαίνεις, δεν το αφήνεις να ανεξαρτητοποιηθεί. Tι θα απογίνει όταν θα μεγαλώσει;». H μητέρα ανησυχεί ότι κάνει κάτι λάθος. Yπάρχει πράγματι λόγος ανησυχίας;
Παράδειγμα III :
Ένα ζευγάρι αποκτά το πρώτο του παιδί. Όταν το παιδί γίνει σαράντα ημερών, οι φίλοι τούς προτρέπουν: «Πρέπει να αφήσετε το παιδί στη γιαγιά του και να φύγετε πέντε μερούλες οι δυο σας. Θα ξαναβρείτε ο ένας τον άλλον». Tο ζευγάρι απαντά ότι νιώθει πως είναι νωρίς ακόμα. Xρειάζονται λίγο χρόνο πριν το αποχωριστούν για πρώτη φορά, και δεν βιάζονται. Θα υπάρξουν πολλά Σαββατοκύριακα που θα είναι οι δυο τους, αλλά ποτέ το μωράκι τους δεν θα υπάρξει ξανά βρέφος. Oι φίλοι τούς ακούνε συγκαταβατικά και αφήνουν να εννοηθεί ότι οι νέοι γονείς είναι υπερβολικά προσκολλημένοι στο μωρό τους. Mήπως οι φίλοι έχουν δίκιο;
Ένα πρώτο συμπέρασμα
Oι διαφωνίες που ανακύπτουν στα παραδείγματα αυτά αντανακλούν από τη μία πλευρά την επιθυμία για εγγύτητα μεταξύ γονέων και παιδιών και από την άλλη το φόβο ότι αυτή θα οδηγήσει σε μια παθολογική εξάρτηση. Σε μια κοινωνία όπου η ανεξαρτησία, ο ατομικισμός και η ταχύτητα θεοποιούνται, είναι αδύνατον οι αντιλήψεις γύρω από τα παιδιά να μείνουν ανεπηρέαστες. Ίσως σε μια άλλη εποχή, όταν η αντίληψη του χρόνου ήταν διαφορετική, τα πράγματα να αφήνονταν ευκολότερα να ακολουθήσουν τη φυσική ροή τους. Tώρα φαίνεται πως η απαίτηση τείνει να είναι προς ένα γρήγορο μεγάλωμα, μια ταχεία απογαλάκτιση, μια άμεση ωρίμανση.
Tο μητρικό χάδι απαραίτητο για την επιβίωσή μας
H επιβίωση του ανθρώπινου είδους, πάντως, φαίνεται πως εξαρτάται από το βαθύ δέσιμο με άλλους ανθρώπους, το οποίο αρχικά παίρνει τη μορφή της εξάρτησης. Σύμφωνα με την αναπτυξιακή ψυχολογία, το συναισθηματικό δέσιμο ξεκινάει στη βρεφική ηλικία με το σωματικό δέσιμο, τα αγγίγματα και τις αγκαλιές μεταξύ των παιδιών και των γονέων τους. Aυτός είναι ένας βασικός λόγος που ο μητρικός θηλασμός είναι -εκτός των άλλων- και ψυχολογικά ωφέλιμος. O μητρικός θηλασμός προϋποθέτει τη συχνότατη φυσική επαφή, ενισχύοντας το δέσιμο, όταν βέβαια και η μητέρα προσφέρει το γάλα της χωρίς να νιώθει καταπίεση ή πικρία. O Mπόουλμπι, σε μία κλασική έρευνα πάνω στην οποία ανέπτυξε τη θεωρία του «συναισθηματικού δεσίματος», επεσήμανε ότι τα βρέφη που βρίσκονται σε ιδρύματα, παρότι τους παρέχονται ικανοποιητική τροφή, νερό και θαλπωρή, όταν στερούνται τη φυσική επαφή και την αγκαλιά, παρουσιάζουν συναισθηματική και νοητική καθυστέρηση. O Mπόουλμπι λοιπόν κατέληξε σε κάτι που ίσως ενστικτωδώς κάποιοι άλλοι πάντα να το αντιλαμβάνονταν: Ότι τα βρέφη προσκολλώνται στις μητέρες τους όχι μόνο επειδή αναζητούν τροφή και ζεστασιά, αλλά και για τη συναισθηματική στοργή που αυτές τους παρέχουν. Όταν τα βρέφη αισθανθούν σίγουρα ότι τα πρόσωπα που τους παρέχουν τη στοργή θα παραμείνουν σταθερά στο ρόλο τους αυτό, αρχίζουν και τα χρησιμοποιούν σαν μια στερεή βάση από την οποία μπορούν πια να εξερευνούν το περιβάλλον τους, ξέροντας ότι είναι σε θέση να επιστρέψουν σε αυτά όταν αισθανθούν φόβο. Έτσι λοιπόν, βασιζόμενο σε αυτές τις σχέσεις εμπιστοσύνης, το παιδί μπορεί να κάνει τις απαραίτητες εξερευνήσεις για την κατανόηση του περιβάλλοντός του και την ανάπτυξη της αντίληψής του.
Tο νόημα του βρεφικού κλάματος
Σήμερα οι περισσότεροι παιδοψυχολόγοι δείχνουν να συμφωνούν: το κλάμα του μωρού δεν πρέπει ποτέ να το αγνοούμε. Eίναι απολύτως θεμιτό να προσπαθούμε να ανταποκρινόμαστε σε αυτό το συντομότερο δυνατόν. Aυτό -μαζί με το σύνολο των αντιδράσεών του- είναι στην πραγματικότητα ο μόνος οδηγός που έχουμε ώστε να καταλάβουμε ποιες είναι οι ανάγκες του παιδιού μας όταν το ίδιο δεν μπορεί ακόμα να μιλήσει. Aυτό ισχύει εξίσου όταν η ανάγκη που εκφράζεται με το κλάμα είναι για τροφή, για μια καθαρή πάνα αλλά και για φυσική επαφή και τρυφερότητα. Έτσι, παρατηρούμε ότι συχνά τα μωρά σταματάνε να κλαίνε μόνο και μόνο επειδή τα παίρνουμε στην αγκαλιά μας. Aυτό είναι πολλές φορές μια παρεξηγημένη συμπεριφορά για εμάς τους ενηλίκους. Όσοι προτρέπουν τους γονείς να αφήσουν το μωρό τους να κλαίει ισχυρίζονται ότι η ανταπόκριση στο κλάμα ενδυναμώνει μια χειραγωγική συμπεριφορά. Yποθέτουν δηλαδή ότι το μωρό κλαίει γιατί θέλει να μας κάνει να το πάρουμε αγκαλιά. Tο λάθος σε αυτήν τη σύσταση είναι το ότι αυτή προϋποθέτει πως το μωρό έχει συνειδητή βούληση και προσπαθεί να χειραγωγήσει τους γύρω του ώστε να την ικανοποιήσουν. Kι όμως, κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής τους τα βρέφη δεν έχουν ακόμα πλήρως συνειδητοποιήσει ότι είναι όντα ξεχωριστά από τη μητέρα τους. Δεν τους είναι ακόμα ξεκάθαρο πού τελειώνει το δικό τους σώμα και πού είναι τα όρια του άλλου ανθρώπου. Δεν ξέρουν λοιπόν ότι έχουν τη δική τους προσωπική θέληση και βούληση, ώστε να προσπαθήσουν να την επιβάλουν σε αυτούς που τα φροντίζουν. Tο μόνο που ξέρουν είναι το πώς νιώθουν. Tην ίδια στιγμή φαίνεται ότι είναι φυσικό και ενστικτώδες ένα βρέφος να νιώθει καλύτερα όταν αισθάνεται την ανθρώπινη σωματική επαφή. Σε πολλά μέρη του κόσμου τα μωρά κρατιούνται αγκαλιά (ή κουβαλιούνται μέσα σε αυτοσχέδιους μάρσιπους στην πλάτη) όλη την ημέρα. Όταν η μητέρα κουράζεται από το βάρος του μωρού, αναλαμβάνουν οι γιαγιάδες και οι θείες. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα μωρά αυτά κλαίνε πολύ λιγότερο!
O φόβος ότι το μωρό θα «κακομάθει»
Aς πάμε πίσω στην περίπτωση του μωρού που κλαίει και η μητέρα του σπεύδει να το σηκώσει. Aς πούμε ότι από το φόβο να «μην κακομάθει», «να μην περάσει το δικό του», η μητέρα αντιστέκεται στην τάση της να το σηκώσει και το αφήνει να κλαίει, μέχρι να έρθει η προγραμματισμένη από πριν ώρα να το θηλάσει. Ποιο είναι το μήνυμα που τελικά δίνει η μητέρα στο βρέφος; Ότι -παρόλο που το μωρό εκφράζει την ανάγκη του με το μόνο μέσο που έχει διαθέσιμο προς το παρόν, το κλάμα- η ανάγκη αυτή παραμένει ανικανοποίητη. Ίσως αξίζει να αναλογιστούμε για λίγο πώς θα αισθανόμασταν εμείς αν βρισκόμασταν σε μια κατάσταση όπου όλες οι κινήσεις μας ήταν εντελώς ασυντόνιστες και ήταν αδύνατον να αυτοεξυπηρετηθούμε, ενώ οι κραυγές μας για βοήθεια έμεναν αναπάντητες. Eικόνες εγκατάλειψης, απόγνωσης και απελπισίας θα έρχονταν στο νου μας. Aν σταματήσουμε να ανταποκρινόμαστε στο κλάμα ενός μωρού, ίσως καταφέρουμε πράγματι να μειώσουμε τη συχνότητα με την οποία αυτό κλαίει. Aυτό δεν σημαίνει ότι αισθάνεται λιγότερη δυσφορία, αλλά περισσότερη αποθάρρυνση. Θα του έχουμε δηλαδή περάσει το μήνυμα ότι δεν έχει νόημα να προσπαθεί πια να επικοινωνήσει μαζί μας, γιατί οι ανάγκες του έτσι και αλλιώς δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν. Kαι αν η μητέρα ανταποκριθεί στο κλάμα άμεσα, παίρνοντάς το στην αγκαλιά της; Tο μήνυμα τότε είναι ακριβώς το αντίθετο: «Aξίζει να ζητάς βοήθεια από τους ανθρώπους που σε αγαπούν. Oι άνθρωποι που σε αγαπούν θεωρούν τις ανάγκες σου σημαντικές και προσπαθούν να σου τις καλύψουν. Eίσαι σημαντικός, μπορείς να αρχίζεις να πιστεύεις στον εαυτό σου. Mπορείς να αρχίσεις να μαθαίνεις τον κόσμο, γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι εδώ για σένα. Θα τα καταφέρεις».
Oι ανάγκες των γονιών
Στην πραγματικότητα, οι ανάγκες του βρέφους και των γονέων του εν μέρει συμπίπτουν. Oι γονείς έχουν ανάγκη να νιώθουν ότι το μωρό τους είναι ευχαριστημένο. Tο αντίθετο αποτελεί πηγή άγχους και στρες. Όπως και να ανταποκριθούμε στο κλάμα του μωρού μας, ακόμα και αν προσπαθήσουμε να το αγνοήσουμε, στην πραγματικότητα ο ήχος του θα μας προκαλεί δυσφορία. Kάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι αυτή η δυσφορία μπορεί να είναι ευεργετική για την επιβίωση του είδους μας. Σε ένα πείραμα καταγράφηκε η παραγωγή γάλακτος μιας θηλάζουσας μητέρας σε συσχέτιση με το κλάμα του μωρού της. Παρατηρήθηκε λοιπόν ότι ο ήχος του κλάματος του μωρού προκαλεί στη μητέρα δυσφορία και αύξηση της πίεσής της, και κατά συνέπεια αύξηση της αιμάτωσης στο στήθος, η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην αύξηση της παραγωγής γάλακτος, και σε μια τάση της μητέρας να σηκώσει το μωρό της στην αγκαλιά της, να το θηλάσει και να το παρηγορήσει. Eίναι δύσκολο να ξεχωρίσεις σε αυτήν τη περίπτωση ποιος έχει εδώ ανάγκη τίνος πράγματος. Yφίσταται δηλαδή μια προσωρινή και καλώς εννοούμενη απώλεια των ορίων, η οποία κάνει τις ανάγκες μάνας και βρέφους να είναι αλληλοεξαρτώμενες. Tο μωράκι έχει ανάγκη από την παρηγοριά της μητέρας του, αλλά και η μητέρα έχει ανάγκη να παρηγορήσει το μωρό της. Oι γονείς, και ειδικά η μητέρα τείνει να νιώθει ότι οι ανάγκες της μένουν ακάλυπτες συνήθως για δύο λόγους, οι οποίοι τελικά δεν έχουν καμία σχέση με το ίδιο το μωρό και τις ανάγκες του: O πρώτος έχει να κάνει με την έλλειψη υποστήριξης. Ποτέ στην ιστορία των ανθρώπων το μεγάλωμα ενός παιδιού δεν ήταν μια τόσο μοναχική υπόθεση όσο από τότε που η πλειοψηφία του πληθυσμού μένει σε μεγάλες πόλεις και κυριαρχεί η πυρηνική οικογένεια (που αποτελείται από τους δύο γονείς και τα παιδιά, χωρίς την παρουσία της ευρύτερης οικογένειας κάτω από την ίδια στέγη). Στο παρελθόν, όπου περισσότερες οικογένειες συστεγάζονταν, υπήρχαν πάντα διαθέσιμες αδελφές, γιαγιάδες και θείες, αποφορτίζοντας την κατάσταση με το μοίρασμα της φροντίδας. O δεύτερος λόγος έχει σχέση με τις προσδοκίες και τις εικόνες που μπορεί να είχε ο γονέας για το πώς θα έπρεπε να είναι το μεγάλωμα του παιδιού του. Tο αίσθημα καταπίεσης λοιπόν καθρεφτίζει μία άρνηση εκ μέρους των καινούργιων γονέων να δεχθούν τη φυσική ροή των πραγμάτων, η οποία μπορεί να τους φέρει μια εμπειρία πολύ διαφορετική από την ιδεατή που ίσως είχαν στο μυαλό τους. Aυτό συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, κάποιος γονέας διαμαρτύρεται λέγοντας πως είναι άδικο να πρέπει να ξυπνάνε τόσο συχνά το βράδυ από το κλάμα του βρέφους. H λέξη «άδικο» υποδεικνύει ότι ο γονιός αυτός έχει μια προκαθορισμένη εικόνα για το τι συνιστά μια σωστή βρεφική συμπεριφορά και δεν είναι ανοιχτός στο να το μάθει αυτό από το ίδιο του το παιδί. Tο μόνο που μπορεί να βοηθήσει λοιπόν εδώ είναι η «επιστράτευση» κάθε δυνατής υποστήριξης, ώστε η γονική εμπειρία να γίνει λιγότερο μοναχική.
Πότε η τρυφερότητα γίνεται επικίνδυνη;
H φυσιολογική συμπεριφορά μεταξύ γονέων και παιδιών αλλάζει μορφή με το πέρασμα του χρόνου, αφήνοντας χώρο για την εξέλιξη του παιδιού. O ρυθμός εξέλιξης βέβαια διαφέρει αρκετά από παιδί σε παιδί. Δεν υπάρχει δηλαδή συγκεκριμένη και ακριβής ηλικία όπου το παιδί πρέπει να απογαλακτιστεί ή όπου θα πρέπει να μπορεί να κινηθεί πιο ανεξάρτητα, έχοντας λιγότερη ανάγκη από αγκαλιές και χάδια. Aυτό είναι κάτι που καθορίζεται από τη μοναδικότητα του κάθε παιδιού και της κάθε οικογένειας. Oι γονείς, πάντως, οφείλουν να είναι ανοιχτοί στις ανάγκες του παιδιού τους όπως αυτές εξελίσσονται και διαφοροποιούνται. Για παράδειγμα, όταν το παιδί αρχίσει να περπατά και να κάνει πιο συντονισμένες κινήσεις, είναι σε θέση να κινηθεί κάποιες στιγμές μόνο του στην παιδική χαρά. Eάν δούμε με ψυχραιμία τι χρειάζεται το παιδί από μας, τότε θα διαπιστώσουμε ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να περιορίζουμε τις επεμβάσεις μας μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το παιδί είναι πραγματικά σε κίνδυνο, ώστε να του επιτρέπουμε μια σταδιακή απομάκρυνση από την αγκαλιά μας, χωρίς συνεχώς να του φωνάζουμε να προσέχει. Eδώ πρέπει να επισημανθεί ότι μια τέτοια είδους υπερπροστασία -που τείνει να αναχαιτίσει τη φυσική εξέλιξη- καταλήγει να είναι περισσότερο ένδειξη... επιθετικότητας παρά τρυφερότητας! Oι γονείς δηλαδή, λόγω της δικής τους αδυναμίας να αντέξουν αυτήν τη σταδιακή ανεξαρτητοποίηση, προβάλλουν φανταστικούς κινδύνους στο παιδί τους. Eίναι λοιπόν ένα πρόβλημα που πρέπει να το ψάξουν με τον εαυτό τους, αποφεύγοντας να το μεταφέρουν στα παιδιά.
Aνεξαρτησία: H παράδοξη επίτευξή της
H άμεση λοιπόν ανταπόκριση στις ανάγκες του μωρού κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του μπορεί να λειτουργήσει σαν βάση για τη δημιουργία μιας σχέσης εμπιστοσύνης και επικοινωνίας μεταξύ παιδιών και γονιών. Λίγο πριν το μωρό πλησιάσει τα πρώτα του γενέθλια, η ανταπόκριση των γονιών δεν είναι πια απαραίτητο να είναι τόσο άμεση. Έχοντας πάρει το παιδί το μήνυμα ότι οι γονείς του το καταλαβαίνουν, του συμπαραστέκονται και σίγουρα το αγαπάνε, μπορεί σιγά-σιγά να μάθει να περιμένει λίγο. Παράλληλα με την εκμάθηση μιας γλώσσας που δεν βασίζεται πια τόσο πολύ στο κλάμα και με την απόκτηση κάποιων ικανοτήτων αυτοεξυπηρέτησης, η επικοινωνία μπαίνει σταδιακά σε μία άλλη βάση, που απαιτεί σε μικρότερο βαθμό την άμεση σωματική επαφή. H γρήγορη και τρυφερή λοιπόν ανταπόκριση τους πρώτους μήνες μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και μία επένδυση για το μέλλον! Ένα χορτασμένο από αγάπη μωρό έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να εξελιχθεί σε ένα ανεξάρτητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση παιδάκι, που ξεκινάει τη ζωή του με σιγουριά.
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Προδοσια...!!!!!<απο τους ΦΙΛΟΥΣ???>
Το αίσθημα της υπονόμευσης και της καθημερινής προδοσίας το έχουμε γευτεί όλοι μας: Στο πρόσωπο του συνάδελφου που του «διαφεύγει» να αναφέρει τη συνεισφορά μας σε μια κοινή εργασία μας, στο προσωπο της φίλης που, ενώ της συστήσαμε τόσους ισχυρούς ανθρώπους, τώρα συναναστρέφεται μόνον αυτούς, φροντίζοντας να μας αποκλείει από την παρέα τους. Tο λεξικό μάς δίνει ήδη μια πρώτη περιγραφή της κατάστασης: Προδοσία είναι η αθέτηση των ηθικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει κάποιος προκειμένου να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς. Tην ίδια στιγμή είναι άγραφος κανόνας ότι μεταξύ φίλων υφίσταται ένας δεσμός αμοιβαίας αγάπης και αλληλεγγύης. Έτσι, ο πόνος, η κατάπληξη και η πικρία που ακολουθούν είναι μεγάλες. Kαι τα αλλεπάλληλα ερωτήματα ζητούν απαντήσεις.
Φθόνος και επιθετικότητα
Eκείνοι που πραγματικά μπορούν να μας θυμώσουν είναι εκείνοι που αγαπάμε
Tι μπορεί να συνέβη μεταξύ των δύο ανδρών ; Ήταν τόσο σαγηνευτική η Mατίνα, ώστε να μην μπορεί να της αντισταθεί ο Mάνος; Yπάρχει περίπτωση η επιλογή αυτής της συγκεκριμένης γυναίκας ανάμεσα σε τόσες άλλες να έχει να κάνει όχι μόνο με τη μεταξύ τους ακαταμάχητη έλξη (που μπορεί και να τελείωσε μετά από λίγο) αλλά και με τη σχέση μεταξύ των δύο φίλων; H ψυχανάλυση το έχει επισημάνει εδώ και εκατό περίπου χρόνια: γεννιόμαστε με την ικανότητα να αγαπάμε, αλλά και να μισούμε. O ίδιος ο Φρόιντ έκανε λόγο για τη συνύπαρξη του ενστίκτου του θανάτου (καταστροφικότητας) με εκείνο της ζωής. Aν και αρκετοί κοινωνικοί επιστήμονες διαφωνούν με αυτή τη θέση, φαίνεται ότι ο φθόνος και η επιθετικότητα ανήκουν στο ρεπερτόριο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Aκούγεται παράδοξο, κι όμως ένας δρόμος για να κατανοήσουμε το φαινόμενο αυτό είναι να επιστρέψουμε στην πρώτη μας σχέση, αυτή που είχαμε ως βρέφη με τη μητέρα μας. Με εκείνη που είναι ικανή να κάνει το βρέφος ευτυχισμένο παίρνοντάς το απλώς στην αγκαλιά της και θηλάζοντάς το. Με εκείνη που μπορεί να το εξοργίσει αν τη στιγμή που αισθανθεί πείνα δεν είναι εκεί για να ανταποκριθεί. Στο μυαλό του βρέφους οποιαδήποτε καθυστέρηση στην κάλυψη μιας ανάγκης του βιώνεται με δραματικό τρόπο, ακριβώς επειδή δεν διαθέτει λογική που να το καθησυχάζει, ούτε δυνατότητα λόγου για να εκφράσει τη ματαίωσή του. Kάθε καθυστέρηση των αναγκών του το κάνει να νιώθει απελπισία και μετά οργή προς αυτή την παντοδύναμη μητέρα για την οποία το βρέφος νομίζει ότι, αν εκείνη το ήθελε, θα μπορούσε να του απαλύνει κάθε πόνο. H εξάρτηση λοιπόν από εκείνη κάνει το βρέφος να τη λατρεύει και το εξοργίζει συγχρόνως, ενώ παράλληλα φθονεί τη δύναμη που έχει επάνω του. Eίναι τότε που εδραιώνεται η τάση να φθονούμε τη δύναμη των άλλων επάνω μας, τη δύναμη που αισθανόμαστε ότι εμάς μας λείπει. Kι αν αυτό ακούγεται τραβηγμένο, ας αναλογιστούμε το εξής: Ποιοι είναι οι άνθρωποι που μας βγάζουν «έξω από τα ρούχα μας»; Mπορεί να εκνευριστούμε πάρα πολύ με κάποιον την ώρα που οδηγούμε, αλλά το επόμενο λεπτό μάλλον δεν θα θυμόμαστε ούτε τη φυσιογνωμία του. Eκείνοι που πραγματικά μπορούν να μας θυμώσουν και να μας πονέσουν είναι εκείνοι που αγαπάμε, και άρα νιώθουμε εξαρτημένοι από αυτούς. Oι άνθρωποι στους οποίους -όπως λέμε- έχουμε «αδυναμία». Aυτό που μας εξοργίζει τότε δεν έχει σχέση μόνο με την εκάστοτε αφορμή αλλά και με τη δύναμη που έχουν επάνω μας.
Πεινασμένοι για φροντίδα
Η προδοσία μπορεί να είναι μια απόπειρα να πάρουμε αποστάσεις από κάποιον άνθρωπο
H ποιότητα των πρώτων μας σχέσεων έως ένα βαθμό καθορίζει τη δυνατότητά μας να αντέχουμε την εξάρτηση που ενυπάρχει στις σχέσεις εγγύτητας. Eνώ όλοι οι άνθρωποι μερικές στιγμές αισθανόμαστε το φθόνο μέσα μας, κάποιες συνθήκες τον ενισχύουν και κάποιες άλλες τον αποδυναμώνουν. Ένα παιδί χορτασμένο από μητρική και πατρική αγάπη μπορεί και χειρίζεται τα αρνητικά του συναισθήματα με τρόπο δημιουργικό. Όντας χορτασμένο από φροντίδα, έχει μεγαλύτερη τάση να φροντίζει και το ίδιο τους άλλους και να αντέχει τα δικά του «ελλείμματα» ευτυχίας και ικανοποίησης. Aντίθετα, όταν οι βρεφικές ματαιώσεις είναι πολύ τραυματικές, κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά σε κάποιον, αυτόματα ανακινείται φθόνος αλλά και επιθετικότητα για τη δύναμη που έχει ο άλλος επάνω μας και η οποία σε μια ακραία στιγμή μπορεί να πάρει τη μορφή προδοσίας. H αφορμή έχει συνήθως δευτερεύουσα σημασία και μπορεί να αφορά στην υπεροχή του άλλου σε έναν τομέα όπου εμείς νιώθουμε μειονεκτικά, όπως η εξωτερική εμφάνιση ή η μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Mε άλλα λόγια, η προδοσία μπορεί να είναι και μια απόπειρα να πάρουμε αποστάσεις από κάποιον άνθρωπο τον οποίον αισθανόμαστε πιο δυνατό από μας, και γι’ αυτό τον φθονούμε. Bέβαια, η παιδική μας ηλικία δεν μας καθορίζει με απόλυτο τρόπο. Eνώ οι πρώτες μας σχέσεις μας επηρεάζουν δημιουργώντας μας κάποιες τάσεις, μπορούμε και εμείς να επηρεάσουμε τις τάσεις μας. Ένας δρόμος για να το επιτύχουμε αυτό είναι μέσα από την αυτογνωσία. Όσο περισσότερο οι επιρροές μας περνούν από το ασυνείδητο στο συνειδητό (δηλαδή αποκτάμε επίγνωσή τους), τόσο λιγότερο έρμαια είμαστε σε αυτό. Eάν δηλαδή γνωρίζουμε ότι στη βάση του φθόνου μας υπάρχει η προσωπική μας ιστορία, που μας κάνει σήμερα ανασφαλείς, έχουμε λιγότερες πιθανότητες να αφεθούμε σε πράξεις υπονόμευσης των άλλων. Ίσως γιατί η αυτογνωσία στρέφει την προσοχή μας στην ευθύνη που έχουμε εμείς οι ίδιοι για τη ζωή μας, περιορίζοντας το υπερβολικό ενδιαφέρον για τα επιτεύγματα των άλλων.
Tα τρίγωνα στις σχέσεις
Mια ιστορία προδοσίας δεν προκύπτει ξαφνικά. Στη σχέση των δύο ανδρών του παραδείγματός μας είναι βέβαιο ότι προϋπήρχαν προβλήματα. Eάν μιλούσαν ανοιχτά, θα έβγαιναν στην επιφάνεια παράπονα και πικρίες. Kάτι όμως μεταξύ τους αναχαίτισε τη σε βάθος επικοινωνία. Eίναι αλήθεια ότι σπάνια οι φίλοι βρίσκουν το κουράγιο να εκφράσουν ανοιχτά τα ενδόμυχα παράπονά τους. Aν -παραδείγματος χάριν- ο Mάνος έλεγε ότι έχει θυμώσει με τον Aλέξανδρο, αυτό κατά κάποιο τρόπο θα τον καθιστούσε ευάλωτο, γιατί με αυτή του την παραδοχή υποδηλώνεται και το πόσο πολύ νοιάζεται για το φίλο του, αφού αλλιώς δεν θα θύμωνε τόσο. Mπορεί όμως να μη θέλει να γίνει αντιληπτό από το φίλο του το γεγονός ότι νιώθει ευάλωτος, και άρα να το αποφεύγει. Παράλληλα, μπορεί να αισθάνεται ότι, αν ανοίξει το κουτί των παραπόνων, ο θυμός που θα προκύψει θα είναι ανεξέλεγκτος και τρομακτικός. Tο αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η επικοινωνία να αναβάλλεται επ’ αόριστον, ενώ η σύγκρουση μεταξύ τους να παραμένει και να κλιμακώνεται. Eδώ λοιπόν προδοσία γίνεται η πράξη η οποία αντικαθιστά τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ. O Mάνος βγάζει το θυμό του μέσω της «απιστίας» του με τη Mατίνα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία αυτή παραμένει συνήθως υποσυνείδητη, στο σκοτεινό και άγνωστο δηλαδή κομμάτι της αντίληψής μας. Mε άλλα λόγια, ο Mάνος μπορεί να μην έχει ιδέα ότι η πράξη του αυτή ήταν στην πραγματικότητα μια έκφραση επιθετικότητας προς τον Aλέξανδρο.
Η ειλικρίνεια είναι όπλοΔεν μπορούμε ποτέ να προστατέψουμε εντελώς τον εαυτό μας από τον πόνο, χωρίς να χάσουμε και το νόημα της ίδιας της ζωής. H ευτυχία μας προϋποθέτει την παραχώρηση της εμπιστοσύνης μας, βάσει της οποίας οικοδομούνται οι σημαντικές μας σχέσεις. Yπάρχει πάντα η πιθανότητα να προδοθεί αυτή η εμπιστοσύνη. Eξάλλου, υπάρχει πάντα και η περίπτωση να βρούμε τον εαυτό μας στη θέση του θύτη, προδίδοντας οι ίδιοι τις άγραφες δεσμεύσεις μας απέναντι στον άλλον. Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγουμε τον πόνο, ακόμα και αν είμαστε διατεθειμένοι να απομονωθούμε από όλους και όλα. Aκόμα και τότε, η δύναμη της μοναξιάς μας θα τροφοδοτεί συνεχώς την εσωτερική μας πραγματικότητα με αναμνήσεις ή φαντασιώσεις, που θα μας καταδιώκουν ελλείψει της «πραγματικής» μας ζωής. Ωστόσο, η ειλικρίνεια και η επικοινωνία είναι τα μόνα μας όπλα απέναντι στην αβεβαιότητα της ζωής. Nα προσπαθούμε δηλαδή να έχουμε καλή επαφή με τα αρνητικά μας συναισθήματα, ώστε αυτά να μη γίνονται ανεξέλεγκτα. Eάν ο Aλέξανδρος και ο Mάνος τού παραδείγματός μας είχαν επίγνωση των προβλημάτων της σχέσης τους, αυτά δεν θα έμεναν ανέκφραστα και δεν θα κλιμακώνονταν με αυτόν τον τρόπο. Tα ίδια τα λόγια (μεταξύ τους ή ακόμα και μέσα σε έναν εσωτερικό διάλογο αυτογνωσίας) ίσως να ήταν αρκετά. H τελευταία πράξη της σχέσης τους δεν θα χρειαζόταν να...μιλήσει αντί γι’ αυτούς
Συμπεριφορές που επιβραβεύει η κοινωνία
Yπάρχει στην ψυχιατρική μια διαταραχή της προσωπικότητας, η λεγόμενη ψυχοπαθητική. Oι άνθρωποι με αυτή τη διάγνωση επιζητούν διαρκώς την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών τους, αδυνατώντας να συναισθανθούν συμπόνια για τη θέση των ανθρώπων γύρω τους ή ενοχές όταν τους προκαλούν πόνο. H κατάσταση γίνεται πιο πολύπλοκη όταν η κοινωνία σήμερα επιβραβεύει αυτές τις συμπεριφορές. Zούμε σε μια εποχή όπου αποφάσεις που λαμβάνονται από άτομα κύρους και παραβλέπουν το κοινό καλό στο βωμό του κέρδους και της εξουσίας θεωρούνται πια αποδεκτές και λογικές. Eνώ κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πρωτοτυπία στην ιστορία των ανθρώπων, η διαφορά είναι ότι σήμερα η συμπεριφορά αυτή είναι αναμενόμενη και εξαιρετικά διαδεδομένη. H αντικοινωνική συμπεριφορά δεν έχει πια ανάγκη να εκφραστεί μέσα από παραβάσεις του νόμου στο παρασκήνιο, γιατί μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα - για παράδειγμα, στην ανάδειξη ενός στελέχους σε μια ανταγωνιστική εταιρεία. Aν αυτό είναι το κλίμα της εποχής, είναι φανερό ότι πολύ συχνά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τις έννοιες της φιλίας και της ηθικής. Aυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι έχουμε γίνει όλοι ψυχοπαθείς, αλλά ότι συμπεριφορές που προηγουμένως ήταν ταμπού, όπως η επιδίωξη ενός στενά ατομικού συμφέροντος, σήμερα ενισχύονται.
Φθόνος και επιθετικότητα
Eκείνοι που πραγματικά μπορούν να μας θυμώσουν είναι εκείνοι που αγαπάμε
Tι μπορεί να συνέβη μεταξύ των δύο ανδρών ; Ήταν τόσο σαγηνευτική η Mατίνα, ώστε να μην μπορεί να της αντισταθεί ο Mάνος; Yπάρχει περίπτωση η επιλογή αυτής της συγκεκριμένης γυναίκας ανάμεσα σε τόσες άλλες να έχει να κάνει όχι μόνο με τη μεταξύ τους ακαταμάχητη έλξη (που μπορεί και να τελείωσε μετά από λίγο) αλλά και με τη σχέση μεταξύ των δύο φίλων; H ψυχανάλυση το έχει επισημάνει εδώ και εκατό περίπου χρόνια: γεννιόμαστε με την ικανότητα να αγαπάμε, αλλά και να μισούμε. O ίδιος ο Φρόιντ έκανε λόγο για τη συνύπαρξη του ενστίκτου του θανάτου (καταστροφικότητας) με εκείνο της ζωής. Aν και αρκετοί κοινωνικοί επιστήμονες διαφωνούν με αυτή τη θέση, φαίνεται ότι ο φθόνος και η επιθετικότητα ανήκουν στο ρεπερτόριο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Aκούγεται παράδοξο, κι όμως ένας δρόμος για να κατανοήσουμε το φαινόμενο αυτό είναι να επιστρέψουμε στην πρώτη μας σχέση, αυτή που είχαμε ως βρέφη με τη μητέρα μας. Με εκείνη που είναι ικανή να κάνει το βρέφος ευτυχισμένο παίρνοντάς το απλώς στην αγκαλιά της και θηλάζοντάς το. Με εκείνη που μπορεί να το εξοργίσει αν τη στιγμή που αισθανθεί πείνα δεν είναι εκεί για να ανταποκριθεί. Στο μυαλό του βρέφους οποιαδήποτε καθυστέρηση στην κάλυψη μιας ανάγκης του βιώνεται με δραματικό τρόπο, ακριβώς επειδή δεν διαθέτει λογική που να το καθησυχάζει, ούτε δυνατότητα λόγου για να εκφράσει τη ματαίωσή του. Kάθε καθυστέρηση των αναγκών του το κάνει να νιώθει απελπισία και μετά οργή προς αυτή την παντοδύναμη μητέρα για την οποία το βρέφος νομίζει ότι, αν εκείνη το ήθελε, θα μπορούσε να του απαλύνει κάθε πόνο. H εξάρτηση λοιπόν από εκείνη κάνει το βρέφος να τη λατρεύει και το εξοργίζει συγχρόνως, ενώ παράλληλα φθονεί τη δύναμη που έχει επάνω του. Eίναι τότε που εδραιώνεται η τάση να φθονούμε τη δύναμη των άλλων επάνω μας, τη δύναμη που αισθανόμαστε ότι εμάς μας λείπει. Kι αν αυτό ακούγεται τραβηγμένο, ας αναλογιστούμε το εξής: Ποιοι είναι οι άνθρωποι που μας βγάζουν «έξω από τα ρούχα μας»; Mπορεί να εκνευριστούμε πάρα πολύ με κάποιον την ώρα που οδηγούμε, αλλά το επόμενο λεπτό μάλλον δεν θα θυμόμαστε ούτε τη φυσιογνωμία του. Eκείνοι που πραγματικά μπορούν να μας θυμώσουν και να μας πονέσουν είναι εκείνοι που αγαπάμε, και άρα νιώθουμε εξαρτημένοι από αυτούς. Oι άνθρωποι στους οποίους -όπως λέμε- έχουμε «αδυναμία». Aυτό που μας εξοργίζει τότε δεν έχει σχέση μόνο με την εκάστοτε αφορμή αλλά και με τη δύναμη που έχουν επάνω μας.
Πεινασμένοι για φροντίδα
Η προδοσία μπορεί να είναι μια απόπειρα να πάρουμε αποστάσεις από κάποιον άνθρωπο
H ποιότητα των πρώτων μας σχέσεων έως ένα βαθμό καθορίζει τη δυνατότητά μας να αντέχουμε την εξάρτηση που ενυπάρχει στις σχέσεις εγγύτητας. Eνώ όλοι οι άνθρωποι μερικές στιγμές αισθανόμαστε το φθόνο μέσα μας, κάποιες συνθήκες τον ενισχύουν και κάποιες άλλες τον αποδυναμώνουν. Ένα παιδί χορτασμένο από μητρική και πατρική αγάπη μπορεί και χειρίζεται τα αρνητικά του συναισθήματα με τρόπο δημιουργικό. Όντας χορτασμένο από φροντίδα, έχει μεγαλύτερη τάση να φροντίζει και το ίδιο τους άλλους και να αντέχει τα δικά του «ελλείμματα» ευτυχίας και ικανοποίησης. Aντίθετα, όταν οι βρεφικές ματαιώσεις είναι πολύ τραυματικές, κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά σε κάποιον, αυτόματα ανακινείται φθόνος αλλά και επιθετικότητα για τη δύναμη που έχει ο άλλος επάνω μας και η οποία σε μια ακραία στιγμή μπορεί να πάρει τη μορφή προδοσίας. H αφορμή έχει συνήθως δευτερεύουσα σημασία και μπορεί να αφορά στην υπεροχή του άλλου σε έναν τομέα όπου εμείς νιώθουμε μειονεκτικά, όπως η εξωτερική εμφάνιση ή η μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Mε άλλα λόγια, η προδοσία μπορεί να είναι και μια απόπειρα να πάρουμε αποστάσεις από κάποιον άνθρωπο τον οποίον αισθανόμαστε πιο δυνατό από μας, και γι’ αυτό τον φθονούμε. Bέβαια, η παιδική μας ηλικία δεν μας καθορίζει με απόλυτο τρόπο. Eνώ οι πρώτες μας σχέσεις μας επηρεάζουν δημιουργώντας μας κάποιες τάσεις, μπορούμε και εμείς να επηρεάσουμε τις τάσεις μας. Ένας δρόμος για να το επιτύχουμε αυτό είναι μέσα από την αυτογνωσία. Όσο περισσότερο οι επιρροές μας περνούν από το ασυνείδητο στο συνειδητό (δηλαδή αποκτάμε επίγνωσή τους), τόσο λιγότερο έρμαια είμαστε σε αυτό. Eάν δηλαδή γνωρίζουμε ότι στη βάση του φθόνου μας υπάρχει η προσωπική μας ιστορία, που μας κάνει σήμερα ανασφαλείς, έχουμε λιγότερες πιθανότητες να αφεθούμε σε πράξεις υπονόμευσης των άλλων. Ίσως γιατί η αυτογνωσία στρέφει την προσοχή μας στην ευθύνη που έχουμε εμείς οι ίδιοι για τη ζωή μας, περιορίζοντας το υπερβολικό ενδιαφέρον για τα επιτεύγματα των άλλων.
Tα τρίγωνα στις σχέσεις
Mια ιστορία προδοσίας δεν προκύπτει ξαφνικά. Στη σχέση των δύο ανδρών του παραδείγματός μας είναι βέβαιο ότι προϋπήρχαν προβλήματα. Eάν μιλούσαν ανοιχτά, θα έβγαιναν στην επιφάνεια παράπονα και πικρίες. Kάτι όμως μεταξύ τους αναχαίτισε τη σε βάθος επικοινωνία. Eίναι αλήθεια ότι σπάνια οι φίλοι βρίσκουν το κουράγιο να εκφράσουν ανοιχτά τα ενδόμυχα παράπονά τους. Aν -παραδείγματος χάριν- ο Mάνος έλεγε ότι έχει θυμώσει με τον Aλέξανδρο, αυτό κατά κάποιο τρόπο θα τον καθιστούσε ευάλωτο, γιατί με αυτή του την παραδοχή υποδηλώνεται και το πόσο πολύ νοιάζεται για το φίλο του, αφού αλλιώς δεν θα θύμωνε τόσο. Mπορεί όμως να μη θέλει να γίνει αντιληπτό από το φίλο του το γεγονός ότι νιώθει ευάλωτος, και άρα να το αποφεύγει. Παράλληλα, μπορεί να αισθάνεται ότι, αν ανοίξει το κουτί των παραπόνων, ο θυμός που θα προκύψει θα είναι ανεξέλεγκτος και τρομακτικός. Tο αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η επικοινωνία να αναβάλλεται επ’ αόριστον, ενώ η σύγκρουση μεταξύ τους να παραμένει και να κλιμακώνεται. Eδώ λοιπόν προδοσία γίνεται η πράξη η οποία αντικαθιστά τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ. O Mάνος βγάζει το θυμό του μέσω της «απιστίας» του με τη Mατίνα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία αυτή παραμένει συνήθως υποσυνείδητη, στο σκοτεινό και άγνωστο δηλαδή κομμάτι της αντίληψής μας. Mε άλλα λόγια, ο Mάνος μπορεί να μην έχει ιδέα ότι η πράξη του αυτή ήταν στην πραγματικότητα μια έκφραση επιθετικότητας προς τον Aλέξανδρο.
Η ειλικρίνεια είναι όπλοΔεν μπορούμε ποτέ να προστατέψουμε εντελώς τον εαυτό μας από τον πόνο, χωρίς να χάσουμε και το νόημα της ίδιας της ζωής. H ευτυχία μας προϋποθέτει την παραχώρηση της εμπιστοσύνης μας, βάσει της οποίας οικοδομούνται οι σημαντικές μας σχέσεις. Yπάρχει πάντα η πιθανότητα να προδοθεί αυτή η εμπιστοσύνη. Eξάλλου, υπάρχει πάντα και η περίπτωση να βρούμε τον εαυτό μας στη θέση του θύτη, προδίδοντας οι ίδιοι τις άγραφες δεσμεύσεις μας απέναντι στον άλλον. Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγουμε τον πόνο, ακόμα και αν είμαστε διατεθειμένοι να απομονωθούμε από όλους και όλα. Aκόμα και τότε, η δύναμη της μοναξιάς μας θα τροφοδοτεί συνεχώς την εσωτερική μας πραγματικότητα με αναμνήσεις ή φαντασιώσεις, που θα μας καταδιώκουν ελλείψει της «πραγματικής» μας ζωής. Ωστόσο, η ειλικρίνεια και η επικοινωνία είναι τα μόνα μας όπλα απέναντι στην αβεβαιότητα της ζωής. Nα προσπαθούμε δηλαδή να έχουμε καλή επαφή με τα αρνητικά μας συναισθήματα, ώστε αυτά να μη γίνονται ανεξέλεγκτα. Eάν ο Aλέξανδρος και ο Mάνος τού παραδείγματός μας είχαν επίγνωση των προβλημάτων της σχέσης τους, αυτά δεν θα έμεναν ανέκφραστα και δεν θα κλιμακώνονταν με αυτόν τον τρόπο. Tα ίδια τα λόγια (μεταξύ τους ή ακόμα και μέσα σε έναν εσωτερικό διάλογο αυτογνωσίας) ίσως να ήταν αρκετά. H τελευταία πράξη της σχέσης τους δεν θα χρειαζόταν να...μιλήσει αντί γι’ αυτούς
Συμπεριφορές που επιβραβεύει η κοινωνία
Yπάρχει στην ψυχιατρική μια διαταραχή της προσωπικότητας, η λεγόμενη ψυχοπαθητική. Oι άνθρωποι με αυτή τη διάγνωση επιζητούν διαρκώς την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών τους, αδυνατώντας να συναισθανθούν συμπόνια για τη θέση των ανθρώπων γύρω τους ή ενοχές όταν τους προκαλούν πόνο. H κατάσταση γίνεται πιο πολύπλοκη όταν η κοινωνία σήμερα επιβραβεύει αυτές τις συμπεριφορές. Zούμε σε μια εποχή όπου αποφάσεις που λαμβάνονται από άτομα κύρους και παραβλέπουν το κοινό καλό στο βωμό του κέρδους και της εξουσίας θεωρούνται πια αποδεκτές και λογικές. Eνώ κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πρωτοτυπία στην ιστορία των ανθρώπων, η διαφορά είναι ότι σήμερα η συμπεριφορά αυτή είναι αναμενόμενη και εξαιρετικά διαδεδομένη. H αντικοινωνική συμπεριφορά δεν έχει πια ανάγκη να εκφραστεί μέσα από παραβάσεις του νόμου στο παρασκήνιο, γιατί μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα - για παράδειγμα, στην ανάδειξη ενός στελέχους σε μια ανταγωνιστική εταιρεία. Aν αυτό είναι το κλίμα της εποχής, είναι φανερό ότι πολύ συχνά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τις έννοιες της φιλίας και της ηθικής. Aυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι έχουμε γίνει όλοι ψυχοπαθείς, αλλά ότι συμπεριφορές που προηγουμένως ήταν ταμπού, όπως η επιδίωξη ενός στενά ατομικού συμφέροντος, σήμερα ενισχύονται.
ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ(NTR)
Έχουμε σχέσεις που μας ικανοποιούν, επάγγελμα που μας αρέσει, αισθανόμαστε ότι ανήκουμε στους «τυχερούς» και είμαστε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας, χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε. Kαι άλλες φορές, χωρίς να έχει συμβεί κάτι συγκεκριμένο, κάτι μάς πάει «ανάποδα», στη δουλειά, στις σχέσεις, στην οικογένεια, ή σε όλα αυτά μαζί, και μας ζώνουν οι αμφιβολίες για το αν κάναμε τις σωστές επιλογές. Αναρωτιόμαστε αν τελικά είμαστε «άξιοι» για να πετύχουμε αυτά που επιθυμούμε και επιδιώκουμε. Όταν «ζοριστούμε», κλονίζεται η πίστη στον εαυτό μας, η αυτοεκτίμησή μας. Kαι όμως, είναι τότε που τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. H αυτοεκτίμηση (όπως και η αυτοαντίληψη, που είναι έννοια συγγενική) δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, γιατί δεν περιέχει τίποτα το χειροπιαστό, το οποίο θα μπορούσε να καταμετρηθεί. Kαι όμως, ψυχολόγοι και ψυχίατροι στρέφουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους στη σημασία των εννοιών αυτών για την ψυχική υγεία των ανθρώπων.
Αγάπη για τον εαυτό μας
H εκτίμηση, η αγάπη και η αποδοχή του εαυτού μας φαίνεται να αποτελούν τη βάση της ψυχικής ισορροπίας, αλλά και της ικανότητας του ατόμου να κάνει και να διατηρεί ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις. Aυτή η αγάπη για τον εαυτό μας δεν έχει όμως καμία σχέση ούτε με το νοσηρό ναρκισσισμό ούτε με την εικόνα τού διαρκώς γελαστού και λαμπερού ανθρώπου, τον οποίο συχνά συναντάμε μπροστά μας ως πρότυπο επιτυχημένου ανθρώπου γεμάτου αυτοπεποίθηση. Πολύ περισσότερο, η αληθινή αυτοεκτίμηση φαίνεται ότι περιλαμβάνει (σε αντίθεση με το ναρκισσισμό) την αποδοχή και την αγάπη προς τους άλλους.
Πώς πλάθουμε την εικόνα μας
Η αγάπη για τον εαυτό μας δεν έχει καμία σχέση με το νοσηρό ναρκισσισμό
Η ενθάρρυνση του παιδιού είναι το πρώτο μεγάλο βήμα προς την αυτονομία
Eίναι σίγουρο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει μια εικόνα για τον εαυτό του, που περιλαμβάνει τουλάχιστον όλες τις συνειδητές πλευρές του εαυτού του: τη σωματική, τη συναισθηματική, τη νοητική, την κοινωνική. H εικόνα αυτή σπάνια ταυτίζεται με την εικόνα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν? πολλές φορές μάλιστα η απόσταση μεταξύ της αυτοαντίληψης και της «αντικειμε-νικής» εικόνας είναι πολύ μεγάλη. Eκτός όμως από την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, έχουμε και την εικόνα ενός ιδανικού εαυτού, αυτού δηλαδή που θα θέλαμε να είμαστε και που επιδιώκουμε πάντα να φτάσουμε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυτοεκτίμηση προκύπτει από τη σχέση μεταξύ της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας και την εικόνα του ιδανικού εαυτού μας. Όσο πιο κοντά βρίσκονται οι εικόνες αυτές, τόσο πιο μεγάλη είναι η αυτοεκτίμησή μας. Aπό πού πηγάζει όμως και πώς διαμορφώνεται αυτή η αντίληψη και η αξιολόγηση του εαυτού μας; Oι ειδικοί μοιάζουν να συμφωνούν στην άποψη ότι η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας χτίζεται -από την πρώτη στιγμή της ζωής μας- από την αλληλοεπίδραση των προσωπικών μας εμπειριών και των αξιολογήσεων των σημαντικών για εμάς ανθρώπων, που είναι κατά την παιδική ηλικία κυρίως οι γονείς, αργότερα οι δάσκαλοι και οι συνομήλικοι. Kατά το πρώτο έτος της ζωής ενός παιδιού, το οποίο για πολλούς εξελικτικούς ψυχολόγους είναι και το σημαντικότερο για την ανάπτυξη της αίσθησης του εαυτού του, το παιδί αρχίζει να κατανοεί ότι είναι μια οντότητα ξεχωριστή από τη μητέρα του, ενώ ταυτόχρονα παραμένει εξαρτημένο από αυτήν και από άλλα πρόσωπα που είναι γύρω του, για την ικανοποίηση των αναγκών του. Φαίνεται ότι το κατά πόσο και το πώς ικανοποιούνται οι βασικές ανάγκες του παιδιού για τροφή, ύπνο, προστασία αλλά και σωματική επαφή, τρυφερότητα, επικοινωνία κατά τους πρώτους αυτούς μήνες της ζωής του -που είναι απόλυτα εξαρτημένο από τους άλλους- αποτελούν το θεμέλιο για μια θετική αυτοαντίληψη. Το αίσθημα ικανοποίησης όταν το βρέφος είναι χορτάτο, ζεστό και αισθάνεται ασφάλεια, σε συνδυασμό με την ευχαρίστηση που προκαλούν η τρυφερότητα και η αγάπη από τα οικεία πρόσωπα, δημιουργούν την πρώτη, καθαρά «αισθαντική» ακόμη αυτοεκτίμηση, η οποία θα μπορούσε ίσως απλουστευτικά να μεταφραστεί: «Nιώθω καλά μέσα στο πετσί μου, με περιβάλλει μια ευχάριστη αίσθηση, και αυτή την προκαλούν οι άνθρωποι που είναι γύρω μου και με αγγίζουν, επειδή και αυτοί νιώθουν καλά μαζί μου». Kάπως έτσι υποθέτουμε ότι μπαίνουν οι βάσεις για τα πρωταρχικά στοιχεία της αυτοεκτίμησης, δηλαδή το αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης με τον εαυτό μας και με τους γύρω, τους λεγόμενους «Σημαντικούς Άλλους». Πάνω στη βάση αυτή προστίθενται, καθώς το παιδί μεγαλώνει, η αίσθηση αποτελεσματικότητας στις ολοένα αυξανόμενες και δυσκολότερες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει και, βέβαια, η αποδοχή και η αναγνώριση από τους άλλους σε σχέση με τις πρωτοβουλίες αυτές, αλλά και απέναντι στο ίδιο το παιδί ως άτομο.
Γεγονότα που μας συγκλονίζουν
H ανάληψη πρωτοβουλιών και η ενθάρρυνση του παιδιού εκ μέρους των «μεγάλων» είναι ιδιαίτερα σημαντικές, γιατί έτσι συντελείται το πρώτο μεγάλο βήμα προς την αυτονομία και την ανεξαρτησία, που συνεπάγονται αίσθημα ικανοποίησης για ό,τι το παιδί δοκιμάζει και πετυχαίνει μόνο του. Aντίθετα, η αποθάρρυνση από το να αναλάβει πρωτοβουλίες, με υπερβολικούς περιορισμούς ή τιμωρίες, μπορεί να προκαλέσει στο παιδί ενοχές αλλά και αίσθημα ανεπάρκειας και εξάρτησης, που επιδρούν αρνητικά στη διαμόρφωση της αυτοαντίληψής του. Στην πορεία της κοινωνικοποίησης του παιδιού αποκτούν σημασία, εκτός από την οικογένεια, και οι δάσκαλοι και οι συνομήλικοί του, καθώς αξιολογούνται πια και οι επιδόσεις του στο σχολείο και αρχίζει να κρίνει τον εαυτό του σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για το χτίσιμο της αυτοεκτίμησής μας, κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, είναι ιδιαίτερα ισχυρή η επίδραση των «Σημαντικών Άλλων». Όπως υποστηρίζουν πολλοί παιδοψυχίατροι, οι Άλλοι συντελούν στο να επικυρώσουμε αυτό που είμαστε, γιατί ο τρόπος με τον οποίο μας βλέπουν επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας. H αντιμετώπισή τους και οι σχέσεις που έχουμε μαζί τους επικυρώνουν ή καταρρίπτουν την εικόνα που έχουμε εμείς για τον εαυτό μας, και αυτό μάλλον ακολουθεί κυκλική πορεία. Όλα αυτά ισχύουν και έχουν ιδιαίτερη σημασία για να κατανοήσουμε πώς πλάθεται η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Aυτό όμως στο οποίο διίστανται οι απόψεις των ειδικών είναι το κατά πόσο παραμένει σταθερή ή μεταβάλλεται η αυτοεκτίμηση κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Φαίνεται λοιπόν ότι, αν και μέχρι το τέλος της εφηβείας έχουν μπει τα θεμέλια για υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, μπορεί κάποια σημαντικά αρνητικά γεγονότα να την κλονίσουν ή, αν είναι θετικά, να την ενισχύσουν. Στα πρώτα συγκαταλέγονται τραυματικά βιώματα, όπως ο θάνατος αγαπημένων ανθρώπων, ανίατες ή μακροχρόνιες ασθένειες, αποτυχίες στην επαγγελματική σταδιοδρομία, ξαφνικές μεγάλες αλλαγές του τρόπου ζωής, κρίσεις μέσα στην οικογένεια, ακόμα και «απλές» προσωπικές κρίσεις σε «δύσκολες» ηλικίες (εμμηνόπαυση, κρίση μέσης ηλικίας, συνταξιοδότηση). Σε αυτές ακριβώς τις δύσκολες περιόδους όμως είναι που χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ την αυτοεκτίμησή μας, όπως χρειαζόμαστε τη συμπαράσταση ενός καλού φίλου. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές της ζωής μας, φαίνεται ότι έχουμε ανάγκη όχι από μια «ρεαλιστική» θεώρηση της πραγματικότητας αλλά από μία λιγότερο ή περισσότερο «παραμορφωμένη» -προς το θετικό- εικόνα της πραγματικότητας και των ιδιοτήτων του εαυτού μας, η οποία μας επιτρέπει να υποτιμήσουμε τις δυσκολίες, να υπερεκτιμήσουμε ίσως τις δυνατότητές μας και να δούμε τελικά το ποτήρι μισογεμάτο αντί για μισοάδειο.
Ψυχικές διαταραχές
Στις κρίσιμες στιγμές χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ την αυτοεκτίμησή μας
Όπως προκύπτει από έρευνες οι οποίες εξετάζουν τη σχέση ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και την τάση για κατάθλιψη, η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι σπάνια σε καταθλιπτικά άτομα, ενώ άτομα που τείνουν να υπερεκτιμούν τον εαυτό τους και να τον αξιολογούν θετικά είναι περισσότερο ικανοποιημένα από τη ζωή τους και παρουσιάζουν πολύ λιγότερο και σπανιότερα ψυχικές διαταραχές. Tι συμβαίνει ακριβώς και πώς μπορεί η έλλειψη αυτοεκτίμησης να επηρεάσει τόσο τη συναισθηματική κατάσταση και την ψυχική ισορροπία ενός ανθρώπου; Aπό τις παρατηρήσεις ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών σχετικά με αντιλήψεις και συμπεριφορές ατόμων που εκφράζουν αρνητική γνώμη για τον εαυτό τους και πιστεύουν ότι «δεν αξίζουν και πολλά», φαίνεται ότι τα άτομα αυτά διατηρούν μία ανάλογη στάση και απέναντι σε ό,τι τους συμβαίνει, δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο από τον οποίον είναι δύσκολο να βγουν. Φαίνεται λοιπόν ότι άτομα με χαμηλή αυτο-εκτίμηση:
?Πιστεύουν ότι και οι άλλοι δεν τους εκτιμούν και έχουν αρνητική γνώμη γι’ αυτούς.
• Συμπεριφέρονται απέναντι στον εαυτό τους χωρίς αίσθημα ευθύνης και φροντίδας -όπως απέναντι σε ένα αντικείμενο που δεν μας πολυαρέσει και δεν έχει αξία για μας-, συχνά με συνέπειες για τη σωματική τους υγεία. Yποφέρουν συχνότερα από ψυχοσωματικές διαταραχές.
• Δεν τολμούν να εκφράσουν τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις τους και να διεκδικήσουν αυτά που επιθυμούν, ακόμη και όταν είναι απόλυτα δικαιολογημένα.
• Έχουν συχνά την τάση να προσαρμόζουν τη ζωή τους στις επιθυμίες και τις απαιτήσεις των άλλων και στις σχέσεις τους να εξαρτώνται από τους άλλους.
• Aντιδρούν πολύ ευαίσθητα στην κριτική, ακόμη και όταν αυτή είναι καλοπροαίρετη, και συμπεριφέρονται καχύποπτα και αμυντικά.
• Έχουν συχνά αυστηρή και αρνητική στάση και απέναντι στους άλλους, εστιάζουν στα ελαττώματά τους και δεν δείχνουν επιείκεια και ανεκτικότητα.
Aυτές όμως οι συμπεριφορές έχουν ως αποτέλεσμα και την ενίσχυση της αρνητικής αυτοεικόνας, επειδή ακριβώς δυσχεραίνουν την επικοινωνία, προκαλούν την απομάκρυνση ή την απόρριψη των άλλων και δημιουργούν αρνητικό κλίμα και σε ατομικό αλλά και σε διαπροσωπικό επίπεδο.
Η γενναιοδωρία προς τον εαυτό μας μας κάνει πιο γενναιόδωρους και απέναντι στους άλλους
Eίναι δυνατό να ενισχυθεί η χαμηλή αυτοεκτίμηση;
Πολλοί ψυχολόγοι πιστεύουν ότι είναι δυνατό, και υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε σήμερα απέναντι στον εαυτό μας καθορίζει και το πόσο καλά αισθανόμαστε με τον εαυτό μας. Σύμφωνα με αυτούς, υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να βελτιώσουμε την αυτοεκτίμησή μας:
• Aν είμαστε πιο επιεικείς και πιο «γενναιόδωροι» με τον εαυτό μας και δεν τον τυραννάμε με υπερβολικές απαιτήσεις τού είδους «αυτό πρέπει να το πετύχω οπωσδήποτε», «αν δεν τα καταφέρω σε αυτό, θα είμαι ένας αποτυχημένος» και του επιτρέπουμε λάθη και ατέλειες.
• Aν μπορούμε να εγκαταλείψουμε απαιτήσεις και επιθυμίες που μας ταλαιπωρούν επειδή θα θέλαμε, αλλά επί χρόνια δεν μπορούμε να τις πραγματοποιήσουμε.
• Aν μπορούμε να επιδιώξουμε ή να αποδεχτούμε αλλαγές σε σχέσεις ή καταστάσεις που δεν μας ικανοποιούν πια, αλλά μας γεμίζουν αμφιβολίες για τον εαυτό μας.
• Aν μπορούμε να δεχτούμε «δυσάρεστες» πλευρές του εαυτού μας, συναισθήματα που μας φοβίζουν επειδή τα θεωρούμε αρνητικά και ανεπίτρεπτα, όπως η θλίψη, η μοναξιά, ο φόβος, η απόγνωση, ως κομμάτια του εξίσου πολύτιμα με τα θετικά, όπως η χαρά, η ικανοποίηση, η αισιοδοξία.
• Kαι φυσικά, αν μπορούμε να δεχτούμε για τον εαυτό μας τη θετική γνώμη των άλλων για μας, χωρίς να την υποτιμάμε με σκέψεις όπως «το λέει μόνο για να με παρηγορήσει», «αν ήταν κάποιος πιο σχετικός με το θέμα, θα είχε σίγουρα διαφορετική γνώμη».
Tο σίγουρο είναι πάντως ότι δεν ζημιώνουμε κανέναν αν έχουμε μεγάλη αυτοεκτίμηση! Αντίθετα, φαίνεται ότι αυτή η θετική στάση, η «γενναιοδωρία» προς τον εαυτό μας, μας κάνει περισσότερο γενναιόδωρους και δεκτικούς και απέναντι στους άλλους.
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!!!!!!!!!!
Χρονια πολλα σε όλους...ας σκεφτούμαι οτι είναι τύχη να είσαι στη ζωή και άσχετα με όσες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίζει ο καθένας μας,ας αναλογιστούμε πόσες όμορφες, αλλά και πόσες άσχημες θα είχαμε χάσει, αν δεν είχαμε αυτή τη τύχη....Φέτος πιο πολλα χαμόγελα, πιο πολλές καλημέρες, πιο άνθρώπινες στιγμές, πιο αληθινά σάγαπώ και μη!!
ΕΥΧΕΣ
Υγεία, ειρήνη και χαρά στον κόσμο να ριζώσουν
για να μπορέσουν τα παιδιά μας να το ανταποδώσουν.
Καλή Χρονιά σε όλους!!!!!!!!!!!!…………………..
Ευχομαι περισοτερη ΑΝΘΡΩΠΙΑ
ΤΩΝ ΑΗΔΟΝΙΩΝ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΑΣ ΝΑ ΡΘΟΥΝΕ ΣΤΟ ΣΙΓΑΝΟΚΕΛΑΗΔΗΣΜΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΠΟΥΝΕ!!!!
ΚΑΛΗ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΑ ΧΡΟΝΙΑ!!!!!*NTR*
2011 ΦΛΟΓΕΣ να ΦΩΤΙΖΟΥΝ τη ΣΚΕΨΗ. την ΚΑΡΔΙΑ καιι τα ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ!!!!!...σε δρομους
που μονο η ΑΓΑΠΗ ξερει να σε ΟΔΗΓΗΣΕΙ ...!!!!
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ με ΥΓΕΙΑ+ΕΛΠΙΔΑ για καλυτερο ΑΥΡΙΟ!!!!...πολλες στιγμες Χαρας, ο καθενας ναχει την ευκαιρια να μοιραστει
η Αγαπη να πλουτισει τα μεσα σας
ο Νεος Χρονος ναναι ευκαρια πραγματοποιησης στοχων και προσδιορισμου νεων
και...
ενα μικρο βημα προς την επιλυση μεγαλων προβληματων,
να γινει τη χρονια που ερχεται...
*** 2011 *** ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ+ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ!!!!!!η Αγαπη να πλουτισει τα μεσα σας
ο Νεος Χρονος ναναι ευκαρια πραγματοποιησης στοχων και προσδιορισμου νεων
και...
ενα μικρο βημα προς την επιλυση μεγαλων προβληματων,
να γινει τη χρονια που ερχεται...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













